Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

ΘΥΡΟΕΙΔΗΣ ΑΔΕΝΑΣ


Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας ενδοκρινής αδένας σε σχήμα πεταλούδας, που βρίσκεται εξωτερικά στο κάτω μπροστινό μέρος του λαιμού.
Η ετυμολογία της λέξης θυρεοειδής δείχνει τη σημαντική θέση που κατέχει στην λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Προέρχεται από τη λέξη ‘θυρεός’ που σημαίνει έμβλημα και αυτό γιατί ο θυρεοειδής αδένας μοιάζει με θυρεό.
Η δουλειά του είναι να παράγει τρεις βασικές και πολύ σπουδαίες ορμόνες τη θυροξίνη (γνωστή και ως Τ4), την τριιωδοθυρονίνη (γνωστή και ως Τ3) και την καλσιτονίνη. Εξ αυτών η καλσιτονίνη παίζει σπουδαίο ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου στον οργανισμό μας και για αυτό τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται, εκτός βέβαια των άλλων ενδείξεων της και για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Σπάνια οι διαταραχές της καλσιτονίνης μας απασχολούν στην καθημερινή ιατρική πράξη. Αντίθετα οι διαταραχές στην παραγωγή και στην έκκριση των δύο άλλων ορμονών του θυροειδούς δηλ. της Τ3 και Τ4 δημιουργούν πολύ συχνά προβλήματα με αποτέλεσμα ένας σημαντικός αριθμός ατόμων να πάσχει από "θυροειδή".
Η έκκριση της Τ3 και Τ4 ρυθμίζεται από μια άλλη ορμόνη την θυροειδοτρόπο ή TSH που παράγεται στην υπόφυση έναν άλλο πολύ σπουδαίο ενδοκρινή αδένα που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου μας. Για τη σύνθεση των θυροειδικών ορμονών απαραίτητο στοιχείο είναι το Ιώδιο η έλλειψη του οποίου οδηγεί μοιραία σε μειωμένη παραγωγή ορμονών.
Οι ορμόνες του θυρεοειδούς φτάνουν μέσω του αίματος σε κάθε ιστό και κύτταρο του σώματος και είναι απαραίτητες για τη σωστή τους λειτουργία.
Οι θυρεοειδικές ορμόνες (Τ3 και Τ4) κυκλοφορούν στο αίμα σε δύο μορφές: την ελεύθερη μορφή, η οποία είναι και η δραστική μορφή, και την συνδεδεμένη με πρωτείνες. Είναι φανερό ότι οποιαδήποτε διαταραχή που επηρεάζει τις πρωτείνες που συνδέονται με τις θυρεοειδικές ορμόνες θα προκαλεί και αντίστοιχη μεταβολή στη μέτρηση της ολικής Τ4 και της ολικής Τ3. Από την άλλη μεριά όμως και από τη στιγμή που ο θυρεοειδής αδένας λειτουργεί φυσιολογικά οι τιμές της ελεύθερης Τ4 και Τ3 δεν θα επηρεάζονται, με άλλα λόγια τα λειτουργικά κλάσματα των θυρεοειδικών ορμονών θα είναι φυσιολογικά. Ο οργανισμός δηλαδή θα βρίσκεται σε φυσιολογική κατάσταση από άποψη θυρεοειδικής λειτουργίας άρα και η TSH (που είναι και ο πιο ευαίσθητος δείκτης της θυρεοειδικής λειτουργίας) θα είναι φυσιολογική.

Οι πιο συχνές καταστάσεις που προκαλούν αυξημένες τιμές των ολικών θυρεοειδικών ορμονών χωρίς να υπάρχει διαταραχή της λειτουργίας του αδένα είναι
  • Τα οιστρόγονα , στην εγκυμοσύνη, σε γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά, σε γυναίκες στην εμμηνόπαυση που λαμβάνουν οιστρόγονα και σε μικρότερο βαθμό (10-25%) σε γυναίκες που παίρνουν ταμοξιφένη και ραλοξιφένη.
  • Ασθενείς με οξεία ή και υποξεία ηπατίτιδα
  • Αρκετά φάρμακα όπως η ηρωίνη, η μεθαδόνη, η 5-fluorouracil, perphenazine, clofibrate.
  • Φάρμακα που αναστέλουν τη μετατροπή της Τ4 σε Τ3 όπως η αμιοδαρόνη, η προπανολόλη σε υψηλές δόσεις και κάποιο σκιαγραφικοί παράγοντες με βάση το ιώδιο προκαλούν επίσης υπερθυροξιναιμία με φυσιολογικές συγκεντρώσεις TSH.

Οι πιο συχνές καταστάσεις που προκαλούν μειωμένες τιμές των ολικών θυρεοειδικών ορμονών χωρίς διαταραχή της λειτουργίας του αδένα είναι
  • Υψηλές συγκεντρώσεις ανδρογόνων, από τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών (κορτιζόνης) στις ενδοκρινικές νόσους μεγαλακρία και σύνδρομο Cushing.
  • Φάρμακα όπως σαλικυλικά, ψηλές δόσεις του διουρητικού φουροσεμίδη, κάποια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
  • Ασθενείς που λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή (phenytoin ή carbamazepine).

Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες παθήσεις του θυρεοειδούς είναι ο υπερθυρεοειδισμός και ο υποθυρεοειδισμός. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε υπερλειτουργία του θυρεοειδούς με υπερέκκριση θυρεοειδικών ορμονών και στη δεύτερη υπολειτουργία με μειωμένη έκκριση ορμονών. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε τι σημαίνει και ο όρος βρογχοκήλη που τόσο συχνά ακούγεται στις παθήσεις του θυρεοειδούς.
Με τον όρο βρογχοκήλη εννοούμε κάθε διόγκωση του θυρεοειδούς που μπορεί ή όχι να συνοδεύεται από υπέρ ή υπο-λειτουργία του αδένα. Με λίγα λόγια ο όρος βρογχοκήλη έχει να κάνει με την ανατομική κατάσταση του θυρεοειδούς και όχι με την λειτουργική του κατάσταση.

ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜO ονομάζουμε την παθολογική κατάσταση που οφείλεται σε υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Δύο είναι οι κυριότερες μορφές υπερθυρεοειδισμού :
- Η τοξική διάχυτος βρογχοκήλη ή όπως είναι και πιο ιατρικά γνωστή νόσος του Graves ή νόσος του Basedow όπου όλος ο θυρεοειδής αδένaς υπερλειτουργεί και
- Η τοξική οζώδης βρογχοκήλη όπου στο θυρεοειδή αναπτύσσεται ένας ή περισσότεροι όζοι που υπερπαράγουν θυρεοειδικές ορμόνες.
Ανάλογα με τον αριθμό των όζων η μορφή αυτή του υπερθυρεοειδισμού διακρίνεται σε πολυοζώδη όπου πάνω στο θυρεοειδή αναπτύσσονται πολλοί όζοι και στο μονήρες τοξικό αδένωμα όπου πάνω στο θυρεοειδή εμφανίζεται ένας μόνο όζος.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού γίνεται είτε με τη χορήγηση ειδικών αντιθυρεοειδικών φαρμάκων είτε με τη χορήγηση ραδιενεργού Ιωδίου που έχει την ικανότητα να καίει τον υπερλειτουργούντα θυρεοειδή είτε τέλος με χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή και ολόκληρου του θυρεοειδούς.
Στις περιπτώσεις που αναγκαζόμαστε να καταστρέψουμε το θυρεοειδή με ραδιενεργό Ιώδιο είτε να τον αφαιρέσουμε όλο τότε πρέπει οπωσδήποτε ο ασθενής να λαμβάνει εφ όρου ζωής θεραπεία υποκατάστασης που γίνεται με τη χορήγηση των θυρεοειδικών ορμονών υπό μορφή χαπιών από το στόμα.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα της νόσου είναι: αίσθημα παλμών(ταχυκαρδία), νευρικότητα, εύκολη κόπωση, διάρροια, υπερβολική εφίδρωση, δυσανεξία στην ζέση, καθώς και σημαντική απώλεια βάρους. Ασφαλώς δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζονται όλα τα συμπτώματα, ενώ ανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του ασθενούς μπορεί να κυριαρχεί ένα από αυτά όπως π.χ. αρρυθμίες στους ηλικιωμένους ασθενείς. Στον μεγαλύτερο αριθμό των περιπτώσεων ο θυρεοειδής είναι διογκωμένος ομαλός ή οζώδης. Κατά την αντικειμενική εξέταση συχνά ανευρίσκεται ταχυκαρδία, τρόμος (τρέμουλο), θερμό και υγρό δέρμα και στην πλειοψηφία των ασθενών ζωηρό υγρό και καθηλωμένο βλέμμα, (λάμπον όμμα). Η Νόσος Graves συνοδεύεται από οφθαλμοπάθεια (εξόφθαλμο) στο 40% των περιπτώσεων η οποία είναι εκσεσημασμένη και σοβαρή μόνο στο 5-10% των ασθενών. Η ήπια οφθαλμοπάθεια χαρακτηρίζεται από οίδημα βλεφάρων, ερυθρότητα και οίδημα του επιπεφυκότα και μέτρια πρόπτωση των οφθαλμικών βολβών. Στην εκσεσημασμένη οφθαλμοπάθεια παρατηρείται μεγαλύτερη πρόπτωση των οφθαλμικών βολβών και προστίθεται διπλωπία εξ' αιτίας παράλυσης των οφθαλμικών μυών, βλάβη του κερατοειδούς, αμφιβληστροειδούς και οπτικού νεύρου. Παρ' όλο που η οφθαλμοπάθεια συνήθως συνοδεύει τον υπερθυρεοειδισμό μπορεί να προηγείται αυτού ή και να εμφανίζεται χρόνια μετά την επιτυχή θεραπεία του.

ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜOΣ είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία έχουμε μειωμένη έκκριση θυρεοειδικών ορμονών.
Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι
- Πρωτοπαθής (βλάβη του ίδιου του αδένα) – 95% αυτοανόσου αιτιολογίας (νόσος Hashimoto), όπου το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ως ξένο το θυρεοειδή και του επιτίθεται, με αποτέλεσμα να επηρεάζει την ικανότητά των θυρεοειδικών κυττάρων να παράγουν ορμόνες. Πρόκειται για χρόνια φλεγμονή του θυρεοειδή αδένα, με συνοδό βλάβη των κυττάρων του.
-Συγγενής, όπου ο αδένας δεν σχηματίστηκε ποτέ ή δεν υπήρξε επαρκής λειτουργία των θυρεοειδικών κυττάρων ή των ενζύμων τους, και ως εκ τούτου ο υποθυρεοειδισμός αυτός εμφανίζεται ήδη από τη γέννηση και προκαλεί νοητική υστέρηση.
-Ιατρογενής, όπου υπάρχει αφαίρεση ή καταστροφή μέσω εσωτερικής (ραδιενεργό ιώδιο) ή εξωτερικής ακτινοβόλησης του θυρεοειδούς αδένα για ιατρικούς λόγους (πχ σε καρκίνο θυρεοειδούς, νόσο Hodgkin’s ή νόσο Graves). Επίσης δυσλειτουργία λόγω φαρμάκων που προκαλούν υποθυρεοειδισμό, όπως η ιντερφερόνη, το λίθιο και η αμιοδαρόνη, τα φάρμακα για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού.
-Υποξεία θυρεοειδίτιδα (παροδική ή μόνμη καταστροφή θυρεοειδικού ιστού ιογενούς αιτιολογίας) και θυρεοειδίτιδα της λοχείας.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του υποθυροειδισμού γίνεται με τη χορήγηση ειδικών αντιθυρεοειδικών φαρμάκων.Αν παίρνετε αντισυλληπτικά χάπια, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, Zoloft ®, Tegretol ® ή φαινοβαρβιτάλη, μπορεί να χρειαστείτε μια υψηλότερη δόση. Εάν αντίθετα παίρνετε τεστοστερόνη ή νιασίνη, μπορεί να χρειαστεί μικρότερη δόση.
 Η αρχική δόση αποτελεί μια “μαντεψιά” που προέρχεται από την κλινική εμπειρία του γιατρού σας και πιθανώς να αλλάξει στη συνέχεια. Συνήθως γίνεται αρχή με χαμηλή δόση για να αποτραπούν τυχόν παρενέργειες. Επειδή η θυροξίνη έχει αργή δράση, θα χρειαστούν αρκετές εβδομάδες πριν αρχίσετε να αισθάνεστε τα αποτελέσματα. Μετά από περίπου 6 έως 10 εβδομάδες, ο γιατρός σας θα δοκιμάσει να μετρήσει θυρεοειδικές ορμόνες και να ρυθμίσει εκ νέου τη δόση της θυροξίνης.

Αυτό μπορεί να επαναληφθεί αρκετές φορές μέχρι να εγκατασταθεί η σωστή δόση, η οποία συνήθως είναι σταθερή για πολλά χρόνια.
Ο υποθυρεοειδισμός δεν έχει ειδικά συμπτώματα. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού εμφανίζονται και σε άλλες ασθένειες και ότι όλοι οι υποθυρεοειδικοί ασθενείς δεν εμφανίζουν τα ίδια συμπτώματα. Για το λόγο αυτό η διάγνωση δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά και μόνο από την αναφορά των συμπτωμάτων στο γιατρό. Ένα άλλο στοιχείο που κάνει τη διάγνωση του υποθυρεοειδισμού δύσκολη είναι ότι η πάθηση αναπτύσσεται αργά με τον χρόνο.
Ο υποθυρεοειδισμός εκδηλώνεται με σωματική κόπωση και πνευματική νωθρότητα, υπνηλία και δυσκολία έγερσης το πρωί, με αύξηση του βάρους παρά τη μειωμένη όρεξη, με δέρμα ξηρό και άγριο. Οι πάσχοντες από υποθυρεοειδισμό εμφανίζουν ευαισθησία στο κρύο και δυσκοιλιότητα. Οι γυναίκες παρουσιάζουν διαταραχές περιόδου και ειδικότερα έχουν συχνότερα εμμηνορρυσία, με περισσότερο αίμα ενώ και τα συμπτώματα πριν την περίοδο χειροτερεύουν. Πολύ συχνά ο υποθυρεοειδισμός συνοδεύεται από βρογχοκήλη η οποία όπως είπαμε είναι η διόγκωση του θυρεοειδούς και από υψηλά επίπεδα χοληστερίνης. Ο υποθυρεοειδισμός έχει ενοχοποιηθεί και για την εκδήλωση κατάθλιψης.
Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τους άνδρες να εμφανίσουν υποθυρεοειδισμό και η διαφορά στη συχνότητα της πάθησης μεταξύ νέων γυναικών και νέων ανδρών είναι πολύ έντονη. Στις γυναίκες πολύ συχνά ξεκινάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μετά τη γέννα  ή γύρω στην εμμηνόπαυση.

1 σχόλιο:

Αναγνώστες